Πρωτοσέλιδο της Φωνής
ΠΡΩΤΟΣΕΛΙΔΟ
Ακούστε Ζωντανά Radio Foninaousis
Νίκου Jumbo

Eυήκοα Ωτα

ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: Τετάρτη 30 Αυγούστου 2017
ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ: Αρθρογραφία

Γράφει η Μαρία Πασχούλα(Φωνή Ναούσης 26/8/2017)

Αυτό  με την απαγόρευση των κηδειόχαρτων στις κολόνες, έχει αναστατώσει όλη τη μέση ηλικία της πόλης. Χάνουν κηδείες λέμε!! Τα παράπονα πάνε κι έρχονται: «Πέθανε ο άνθρωπος προχθές και δεν το μάθαμε. Ένα κεράκι δεν του ανάψαμε. Στη κηδεία είχε δέκα άτομα γιατί δεν το έμαθε κανείς, με αυτά που κάνει ο δήμαρχος!!!». Όπως ξέρετε ο δήμος της πόλης τοποθέτησε ειδικές πινακίδες για αφισοκόλληση και απαγόρευσε να αναρτούνται τα κηδειόχαρτα στις κολόνες, με αποτέλεσμα οι άνθρωποι της πόλης να ξεβολευτούν. Τώρα, θα μου πεις, δίκιο έχουν, αλλά πού να το βρουν κι αυτοί. Προς το παρόν, περπατήστε να βρείτε την ειδική πινακίδα. Διαφορετικά, θα μείνετε ανενημέρωτοι, όπως έμεινε η μαμά μου προχθές και έχασε την κηδεία και με παράπονο μου είπε πως «αυτά δεν είναι σωστά πράγματα». Σωστά, ξεσωστά, αυτά είναι.  Και άλλα πολλά.

Το ζήτημα των ανθρώπων που πεθαίνουν καθημερινά στην άσφαλτο, δεν θεωρείται πολιτικό ζήτημα. Θωρείται κοινωνικό. Αλλά… τι ακριβώς είναι η πολιτική αν δεν είναι η λειτουργία ενός συστήματος υπέρ του πολίτη; Αφήσαμε στην άκρη την πολιτική για τους δρόμους, τα διόδια, την παιδεία του Έλληνα πίσω από ένα τιμόνι, τη μίμηση των νέων στη οδική συμπεριφορά των μεγάλων και πιάσαμε τα γνωστά μικροπολιτικά και ανούσια.
Και φέτος το καλοκαίρι λοιπόν πάρα πολλές οικογένειες θρήνησαν τα παιδιά, τους συζύγους, τους γονείς τους, τους φίλους γιατί ΔΕΝ θεωρούν οι πολιτικοί πως το αίμα στην άσφαλτο είναι πολιτικό ζήτημα.
Τα πάντα είναι πολιτική. Και με αυτόν τον τρόπο θα έπρεπε να λύνονται.
Κάθε χρόνο ένα μικρό χωριό, χάνεται στην άσφαλτο. Δεν δραματοποιώ. Είναι η ωμή πραγματικότητα στην Ελλάδα!

Φτάσαμε στο σημείο να μην λυπόμαστε την ίδια μας τη χώρα. Την αφήσαμε έρμαιο σε κάθε ναζιστή-φασίστα που κάνει πως υπερασπίζεται μια χώρα η οποία όσες φορές χρειάστηκε να στυλωθεί, στυλώθηκε από ανθρώπους με Α κεφαλαίο. Όσοι την εγκαταλείπουν το κάνουν γιατί δεν έχουν επιλογή. Δεν γνωρίζω κανέναν που βρίσκεται εκτός Ελλάδας και το χαίρεται. Όσοι μείναμε πίσω λουφάξαμε μέσα στους καναπέδες μας γιατί λέμε πως δεν μας σηκώνει το κλίμα… Οι Έλληνες του εξωτερικού έχουν διαπρέψει. Οι Έλληνες του εξωτερικού έχουν στυλωθεί στα πόδια τους όπως αυτοί που κάποτε υπερασπιζόταν αυτή την πολύπαθη χώρα. Με τους ανθρώπους του εσωτερικού δεν ξέρω τι γίνεται… Και όσο και να θέλω να φωνάξω προς τον εαυτό μου πως δεν φταίμε, πως τα πράγματα γίνονται για μας χωρίς εμάς δεν έχω το δικαίωμα. Διότι, όλα σ’ αυτή τη χώρα, με εντολή λαού γίνονται. Και όταν θέλουν οι λαοί … ξεγίνονται!

Τρέφω τεράστιο σεβασμό για τους απροσάρμοστους. Αυτούς που δεν τους κατάπιε η σάπια κοινωνία. Λίγοι τον αριθμό, μπόρεσαν να αντισταθούν σε κάθε σάπιο και γύρισαν την πλάτη στο σύστημα, ακόμα κι όταν αυτό τους προσέφερε δόξα και χρήμα. Δεν είναι κακό να προσαρμόζεσαι όταν είναι αναγκαίο. Είναι όμως άσχημο και άδικο να προσαρμόζεσαι πριν καν να το παλέψεις, γιατί έτσι κάνουν όλοι. Γι’ αυτό και οι απροσάρμοστοι είναι λαμπροί. Είναι μικροί Θεοί από μόνοι τους. Γιατί προσπάθησαν. Και μπόρεσαν. Και ενώ όλοι πίστευαν πως θα τους έτρωγε η μαρμάγκα αφού το παιχνίδι είναι στημένο κι όποιος παίζει το γνωρίζει, αυτοί κάνουν τη βολτούλα τους σιγοτραγουδώντας στα σοκάκια της ελευθερίας. Κι ας τους έχεις περιθωριοποιήσει εσύ. Ξέρουν πως το περιθώριο υπάρχει για τους αντιστασιακούς και τους βολεύει. Τους αγαπάω τους απροσάρμοστους. Με τα χίλια τους λάθη, είναι οι πιο γενναίοι άνθρωποι που γνώρισα ποτέ.

Είχα έναν φίλο. Χρόνια στη Γαλλία, κάθε μέρα έπαιρνε το βιβλιαράκι του, την άραζε σε ένα παγκάκι δίπλα στο Σηκουάνα και διάβαζε με την ησυχία του…
Μετά από χρόνια ήρθε στη Νάουσα. Ξύπνησε ένα πρωί, ήπιε τον καφέ του, πήρε το βιβλίο του και πήγε στο πάρκο. Έκατσε σε ένα παγκάκι, εν έτη 1994, και ξεκίνησε να διαβάζει.
Σε κάθε παππού, νέο, άντρα, γυναίκα που τον προσπερνούσε έβλεπε ένα παράξενο βλέμμα παράξενης απόρριψης.
«Τι κάνω λάθος ρε;» μου είπε. «Δεν είσαι σαν κι αυτούς. Κανένας από αυτούς δεν θα έπαιρνε το βιβλίο του να έρθει να ευχαριστηθεί το πάρκο μιας πόλης, διαβάζοντας κάτω από ένα δέντρο σε ένα παγκάκι». «Μα, τι πιο αυθεντικό απ’ αυτό;». «Ο πρωινός καφές στη καφετέρια». «Πλάκα κάνεις!». «Καθόλου, σοβαρά στο λέω. Μη σου πω πως σε νόμισαν για κανέναν ανώμαλο. Απ’ αυτούς έχουμε πολλούς στην πόλη και στο πάρκο της. Άλλωστε, εδώ και χρόνια το πάρκο γι’ αυτό  υπάρχει. Για ανώμαλους και ζευγαράκια». «Εντάξει, κατάλαβα… πάω να βγάλω εισιτήριο. Φεύγω.». Δεν έφυγε. Συνέχισε την ίδια συνήθεια, γράφοντας τον κόσμο στα παλιά του τα παπούτσια. Κάθε μέρα. Σε λίγο καιρό, τον συνήθισαν τόσο που έπιαναν κουβέντα μαζί του. Όταν χρειάστηκε να φύγει και πάλι μου είπε «Κοίτα να δεις που θα μου λείψουν…».
Καταλάβατε; Ο κόσμος έκανε τον άνθρωπο που ήθελε να διαβάσει ένα βιβλίο έξω από το σπίτι του να νιώθει άσχημα που το έκανε. Ο κόσμος. Ποιος κόσμος; Απαντήστε εσείς. Ξεκινήστε από το … κομπλεξικός και καταλήξτε στο ακαλλιέργητος. Μέσα θα πέσετε.

23 Αυγούστου 1923. Η μεγαλύτερη μέχρι στιγμής πανελλαδική, εργατική απεργία. Η μαχητικότητά της δεν είχε προηγούμενο και, το απεύχομαι, αλλά δεν νομίζω να έχει και επόμενο. ΓΣΕΕ, Εργατικό κέντρο στο Πασαλιμάνι, σιδηρουργοί, οικοδόμοι, εργάτες, αγρότες, ναυτεργάτες, σιδηροδρομικοί, ηλεκτρονικοί, μυλεργάτες, ηλεκτροτεχνίτες, εργάτες Τύπου, εργάτες Τελωνείου, σωματεία, ομοσπονδίες, ΟΛΟΙ ΜΙΑ ΓΡΟΘΙΑ, απέναντι στην κυβέρνηση, την αστυνομία, τα τανκς, το πολεμικό ναυτικό και τον στρατό.
Η κυβέρνηση Πλαστήρα, έντρομη, δίνει την άδεια να χτυπηθούν οι απεργοί, ακούγοντας  τους χιλιάδες εργάτες να φωνάζουν με μία φωνή «Κάτω η κυβέρνηση των εργοδοτών!», «Αφοπλίστε τους τρομοκράτες!»
Απολογισμός: 11 νεκροί εργάτες, 100 τραυματίες, 500 περίπου συλληφθέντες.
Αιτήματα: Βασικά αιτήματα, η αύξηση των ημερομισθίων, η μείωση των ωρών εργασίας, η βελτίωση των συνθηκών εργασίας -ιδιαίτερα για τους ανήλικους εργαζομένους- η επαναπρόσληψη των απολυμένων κ.ά.
Ναι. Είναι αιτήματα που πλήρωσαν με τη ζωή τους μαχόμενοι εργαζόμενοι και που σήμερα επαναπροσδιορίζονται με τον χειρότερο τρόπο. Είναι δίκαια αιτήματα για κάθε εργάτη, που σήμερα έχουν εξατμιστεί ως ατμός κατσαρόλας! Είναι αιτήματα που θα έπρεπε να παλεύουμε γι’ αυτά μέχρι σήμερα και για πάντα, μόνο που δεν μας ενδιαφέρει πια! Γιατί βαριόμαστε να σηκώσουμε ανάστημα. Είναι πολύ βαρύ. Και τότε ήταν βαρύ. Αλλά, τότε, ο συνδικαλισμός, οι εργάτες, η ΓΣΕΕ, και τα εργατικά κέντρα, μοιραζόταν το βάρος. Τώρα όχι.

 

Αναδημοσίευση από  "Φωνή Ναούσης" 26-8-2017



ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ




 
Σάββατο 18 Νοεμβρίου 2017




Share |
293 επισκέπτες online

ΧΡΗΣΤΕΣ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΧΡΗΣΙΜΑ LINKS