'Γυρνώντας στα περασμένα'(Αποσπάσματα) ΟΔΟΣ ΖΑΦΕΙΡΑΚΗ Από το βιβλίο 'Αναμνήσεις»' του Αγγελου Βαλταδώρου

Τρίτη 19 Μαΐου 2026 13:30
'Γυρνώντας στα περασμένα'(Αποσπάσματα)  ΟΔΟΣ ΖΑΦΕΙΡΑΚΗ Από το βιβλίο 'Αναμνήσεις»' του Αγγελου Βαλταδώρου

Της κ. Ευθυμούλας Μπαμπάτση - Τζερεφού

Τελευταίο μέρος
“Απέναντι επισημαίνουμε τα «Μπαμπατσαίικα». Στην εποχή μου δεν ήταν το χάνι. Από το 1900 ήταν το μπακάλικο του Δημητρίου Μπαμπάτση, που διέθετε κατ΄αποκλειστικότητα σε ποσότητα βδέλλες, που τόσος ντόρος για την ωφελιμότητά τους έγινε γνωστό πρόσφατα παγκοσμίως. Παιδιά τότε παρακολουθούσαμε την ιεροτελεστία της αλλαγής του νερού στις δύο μεγάλες γαβάνες με το πέρασμα της σίτας για να τις ξαναβάλει με την επιδεξιότητα του νυχιού του και να τις σκεπάσει δένοντας γύρω-γύρω ένα πανί για τον αερισμό τους!
Αργότερα το μαγαζί έγινε τσαγκαράδικο του Παλιμάτσκα, αυτού του ωραίου και ευχάριστου ανθρώπου. Συνεχόμενο ήταν το αρχοντικό του Επαμεινώνδα Κοκκίνου, ένα ωραίο παραδοσιακό τριώροφο κτήριο στο ισόγειο του οποίου υπήρξαν το ιστορικό κουρείο των αδελφών Κούλη που αργότερα εγκαταστάθηκε εκεί για πολλά χρόνια το υποδηματοποιείο του Αναστάση Δεινόπουλου, πατέρα του Πέτρου Δεινόπουλου, εκδότη της «Φωνής Ναούσης» και των αδελφών του! Το τσαγκαράδικο αυτό μαζί με το άλλο του Πέτρου Χατζηιωάνννου συγκέντρωναν τη μεγαλύτερη και την καλύτερη πελατεία της Νάουσας, διότι τότε το όμορφο και το καλό παπούτσι ήταν χειροποίητο, συνδέονταν άμεσα με την Τέχνη, την προσωπικότητα το μεράκι και την ικανότητα του κατασκευαστή!
Απέναντι ήταν το μεγαλύτερο ακίνητο του Κωνσταντίνου Αγγελάκη όπου στο ισόγειο ήταν το μπακάλικο του Βάντση-Μυλωνά που πουλούσε μπογιές για κάνουρες και το μικρό μαγαζάκι του Δημητρίου Ατση με μουσικά όργανα. Επίσης πολλά μαγαζιά. Ηταν το ραφείο του Παναγιώτη Ιγνατιάδη, του Ζαχαρία Μπούρα, ένα μανάβικο «Δημητρός» και το ζαχαροπλαστείο του μπάρμπα Θόδωρου, που συγκέντρωνε το ενδιαφέρον στα παιδικά μας χρόνια, για τα ωραία και αγνά γλυκά του. Ειχε τότε ένα μικρό βοηθό που μαζί του με ανέβαζε στο πατάρι-εργαστήριό του, πολλές φορές για να καθαρίσουμε καρύδια ή αμύγδαλα, αντί αμοιβής, κέρασμα ένα γλυκό.
Επίσης δε, ήταν το συγκρότημα του Μήτση Αγγελάκη που ήταν στην αρχή μπακάλικο και μετά υφασματάδικο με τη φίρμα “Λέτης Αγγελάκη». Κολλητά με το συγκρότημα ήταν το μαγαζί του Γρηγόρη Μπέρσου(ψιλικά), η ταβέρνα του «Αμάν Εφέντή» του Μικρασιάτη Δημήτρη Κουκουλίδη, ο φούρνος του Αλέξη Ζιαμπάκα και το καρεκλάδικο των Αφων Βαρβέρη, που με τον ποδοκίνητο τόρνο κατασκεύαζε τις παραδοσιακές Ναουσαίικες καρέκλες από ραγάζι, χορτό της λίμνης των Γιαννιτσών, καθώς και για εμάς τους μικρούς έκανε τις “φούρλες” σβούρες που τις θέλαμε να είναι «νύμφες αμετακίνητες» στο γύρισμά τους.
Το παράπονο του «Τζούλι» που οι Ναουσαίοι τον αδικούσαν σε σύγκριση με τον Αγγελάκη τον άρχοντα Μήτση, όταν τα κοπανούσαν σιγοτραγουδώντας έλεγε: “Πίνει ο μπάρμπας Αγγελάκης διατελεί εν ευθυμία, πίνω εγώ τσιάτρα ο Τζούλης”. Και στο ποτό υπήρχαν ταξικές διαφορές!”
Περιληπτικά περιέγραψα κομάτι της παλιάς Ζαφειράκη, νυν Σολωμού, εισπράτοντας το μεγαλείο του “Αγγελου Βαλταδώρου” για το δρόμο που μέσα σε αυτόν μεγάλωσε. Στη μνήμη του!